Αγγλικός όρος

anaphylaxis

Ορισμός

Μία τύπου Ι αντίδραση υπερευαισθησίας (αλλεργική) ανάμεσα σε κάποιο αλλεργιογόνο αντιγόνο και στην προσδε-δεμένη στα ιστιοκύτταρα ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE), η οποία διεγείρει την αιφνίδια απελευθέρωση διαμεσολαβητών του ανοσοποιητικού συστήματος είτε τοπικά είτε σε ολόκληρο το σώμα. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται μέσα σε μερικά λεπτά και μπορεί να επανεμφανιστούν ακόμα και κάποιες ώρες αργότερα (βραδείας φάσης αντίδραση). Η αναφυλαξία μπορεί να εκδηλωθεί μόνο σε κάποιο άτομο το οποίο είχε ευαισθητοποιηθεί στο συγκεκριμένο αλλεργιογόνο. Κατά την αρχική έκθεση προκαλείται πρόσδεση της ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE) στα ιστιοκύτταρα. Διακρίνεται σε τοπική και σε συστηματική. Στις τοπικές αναφυλακτικές αντιδράσεις συμπεριλαμβάνεται το εξάνθημα, και η αλλεργική γαστρεντερίτιδα. Η συστηματική αναφυλαξία η οποία προκαλεί περιφερική αγγειοδιαστολή, βρογχόσπασμο και οίδημα λάρυγγα είναι δυνατόν να γίνει απειλητική για τη ζωή του ασθενούς.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα IgE αντισώματα συνδέονται με τα ιστιοκύτταρα σε όλο το σώμα, εξαιτίας της προηγούμενης έκθεσης στο αλλεργιογόνο αντιγόνο (ευαισθητοποίηση), όταν το αλλεργιογό-νο έρθει για δεύτερη φορά σε επαφή με τον ασθενή. Τα ιστιοκύτταρα απελευθερώνουν κυστίδια τα οποία περιέχουν χημικούς διαμεσολαβητές (αποκοκκίωση), οι οποίοι προσελκύουν τα ουδετερόφιλα και τα ηωσινόφιλα και επίσης προκαλούν κνίδωση, αγγειοδιαστολή, αύξηση της διαπερατότητας των αγγείων και σπασμό των λείων μυϊκών ινών και ε ιδικά των βρόγχων και της γαστρεντερικής οδού. Οι χημικοί διαμεσολαβητές οι οποίοι συμμετέχουν στην αναφυλαξία είναι η ισταμίνη, οι πρωτεάσες, οι χημειοτακτικοί παράγοντες, τα λευκοτριένια, η προσταγλανδίνη D και οι κυτοκίνες (π.χ. ο TNF-α και οι ιντερλευκίνες 1, 3, 4, 5 και 6). Οι παράγοντες που προκαλούν συνηθέστερα αναφυλαξία είναι τα φάρμακα, το φαγητό και τα δείγματα εντόμων. Οι τοπικές αναφυλακτικές αντιδράσεις προκαλούνται επίσης από τη γύρη (π.χ. εξάνθημα, αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργικό άσθμα).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η τοπική αναφυλαξία προκαλεί την εμφάνιση σημείων στην περιοχή της αντίδρασης του αλλεργιογόνου με το αντίσωμα, όπως είναι ο κνησμός (κνίδωση), οίδημα, θερμότητα και ερύθημα. Στη συστηματική αναφυλαξία συμμετέχουν το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό σύστημα, το δέρμα και η γαστρεντερική οδός. Τα αρχικά σημεία είναι ο κνησμός, το αγγειοίδημα, η έξαψη, ο συριγμός, η αύξηση της παραγωγής βλέννης, η ναυτία και ο εμετός, και η αίσθηση γενικευμένου άγχους. Η συστηματική αναφυλαξία μπορεί να είναι ήπια ή αρκετά σοβαρή ώστε να προκαλέσει καταπληξία όταν προκληθεί μεγάλου βαθμού και γενικευμένη αγγειοδιαστολή.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η τοπική αναφυλαξία αντιμετωπίζεται με αντισταμινικά και σε ορισμένες περιπτώσεις με επινεφρίνη, εάν η αντίδραση είναι σοβαρή. Στην αντιμετώπιση της συστηματικής αναφυλαξίας συμπεριλαμβάνεται η προστασία των αεραγωγών και η χορήγηση οξυγόνου· τα αντισταμινικά (π.χ. διφαινυδραμίνη ή διμετιδίνη για τον αποκλεισμό των ισταμινικών υποδοχέων Ηι και Η2· ενδοφλέβια χορήγηση υγρών για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και αγγειοσυσταλτικά (π.χ. επινεφρίνη ή ντοπαμίνη) για την πρόληψη ή την αντιμετώπιση της καταπληξίας. Η επινεφρίνη χρησιμοποιείται επίσης για την αντιμετώπιση του βρογχόσπασμου. Γενικά, τα φάρμακα χορηγούνται ενδοφλέβια· τα φάρμακα είναι δυνατόν να χορηγηθούν ενδομυϊκά (π.χ. διφαινυδραμίνη) ή ενδοτραχειακά (π.χ. επινεφρίνη). Σε ήπιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να χορηγηθούν υποδόρια. Τα κορτικοστεροειδή είναι επίσης δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την πρόληψη της υποτροπής του βρογχόσπασμου και της αύξησης της διαπερατότητας των αγγείων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρόληψη: Λαμβάνεται ιστορικό τυχόν προηγούμενων αλλεργικών αντιδράσεων, ειδικά σε φάρμακα, τροφές ή σε σκιαγραφικά μέσα. Οι ασθενείς αυξημένου κινδύνου παρακολουθούνται στενά για τυχόν αντιδράσεις κατά τη διάρκεια και μετά τη χορήγηση οποιουδήποτε από αυτούς τους παράγοντες. Ο ασθενής μαθαίνει να αναγνωρίζει από μόνος του τα πιο συνηθισμένα αλλεργιογόνα καθώς και τα σημεία της αλλεργικής αντίδρασης. Επίσης, ο ασθενής θα πρέπει να φέρει διαρκώς κάποιο διακριτό σημάδι με το οποίο να δηλώνεται η αλλεργία του σε κάποιο φάρμακο, φαγητό ή δείγμα εντόμου προκειμένου να αποφευχθεί κάποιος άστοχος χειρισμός σε περίπτωση επείγοντος συμβάματος. Τα άτομα τα οποία είχαν μια αναφυλακτική αντίδραση στο παρελθόν και που είναι αδύνατον να αποφύγουν στο μέλλον την επανέκθεσή τους στο αλλεργιογόνο, θα πρέπει να έχουν ένα κουτί με μια σύριγγα με επινεφρίνη και να εκπαιδευτούν στο πώς να τη χρησιμοποιούν. Οι ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν αλλεργία στα δείγματα υμενόπτερων εντόμων (σφίγγες, μέλισσες, κεντρίνες), θα πρέπει να απευαισθητοποιούνται.

Ετυμολογία

[" + phylaxis, φύλαξις]

Υπώνυμος όρος

active anaphylaxis
aggregate anaphylaxis
exercise-indused anaphylaxis
local anaphylaxis
passive anaphylaxis
passive cutaneous anaphylaxis
systemic anaphylaxis